Αναδημοσίευση από τον ημεροδρόμο. Ένα ακόμη εμπεριστατωμένο δημοσίευμα του Νίκου Μπογιόπουλου στη μνήμη του Μανόλη Γλέζου, το οποίο με ιστορικά ντοκουμέντα καταρρίπτει (αν και δεν είναι αυτός ο σκοπός του) τις φιλοναζιστικές απόψεις Βελόπουλου και λοιπών που αμφισβητούν τη γενναία πράξη των Γλέζου - Σιάντα, με το ευφυολόγημα ότι οι σημαίες υποστέλλονται και δεν κυματίζουν το βράδυ. Άλλωστε αυτή η πράξη του Γλέζου οδήγησε το στρατηγό Ντε Γκωλ να τον ονομάσει "πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης", όταν, ακολουθώντας το παγκόσμιο κίνημα που είχε δημιουργηθεί, απαίτησε και αυτός ως απελευθερωτής (;) και πρωθυπουργός της Γαλλίας, να μην εκτελεστεί ο Γλέζος που είχε καταδικαστεί σε θάνατο για κατασκοπία, πράγμα το οποίο τελικά επιτεύχθηκε. Έτσι γλύτωσαν την εκτέλεση και ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Στέλιος Δαμιανίδης και ο Μανόλης Τσερέπας, ενώ στον Απόστολο Σιάντα δεν αποδόθηκε ο τίτλος του επίσης πρώτου παρτιζάνου της Ευρώπης.
ΜΗΝ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ. ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ !!!!
(αναδημοσίευση)
Μια νύχτα στην Ακρόπολη…
Τη νύχτα της 30ης προς 31η Μάη
του 1941, μέσα στη βαθιά Κατοχή, πριν από ακριβώς 78 χρόνια, ο Μανώλης
Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας κατεβάζουν τη μισητή σημαία με τον
αγκυλωτό σταυρό από την Ακρόπολη.
Ανάμεσα στις άλλες
μαρτυρίες για τα γεγονότα εκείνης της βραδιάς, συγκλονιστική είναι η
περιγραφή του ίδιου του Λάκη Σάντα, αυτού του σεμνού αγωνιστή, στο
βιβλίο του «Μια νύχτα στην Ακρόπολη…» (εκδόσεις «Βιβλιόραμα»).
Ποιός Έλληνας δεν είναι περήφανος για εκείνη την πράξη;
Ναι, αλλά τότε υπήρχαν και εκείνοι που έλεγαν αυτά:
«Δεν
είναι δυνατόν να ήσαν άνθρωποι με σώας τας φρένας αυτοί που υπεξήρεσαν
εν ώρα νυκτός, την Γερμανικήν σημαίαν, η οποία εκυμάτιζεν, επί της
Ακροπόλεως, παραπλεύρως της Εθνικής μας Σημαίας. (…) Διότι μόνον
παράφρονες ή όργανα ξένης προπαγάνδας ημπορούσαν να διαπράξουν μιαν τόσο
επαίσχυντο (…) πράξιν (…). Το Ελληνικό Έθνος υπεδέχθη την σημαίαν του
Νέου Ράιχ, που εδημιούργησεν η μεγαλοφυής διάνοια του Αδόλφου Χίλτερ, ως
σημαίαν ενός υπό πάσαν έποψιν μεγάλου και ανέκαθεν φίλου προς την
Ελλάδα λαού, ως εν σύμβολον αποκαταστάσεως μιας ειρηνικής περιόδου, ως
εν σύμβολον δικαιοσύνης (…) και πολιτισμού. Και είναι βέβαιον ότι αν οι
δράσται του εγκλήματος της, περιήρχοντο εις χείρας του ελληνικού λαού,
θα λυντσάροντο από αυτόν τον ίδιον ως εχθροί της πατρίδος μας».
(Η εφημερίδα «Βραδυνή» της 1ης Ιουνίου 1941
καταγγέλλει σαν «παράφρονες ή όργανα ξένης προπαγάνδας» αυτούς που
κατέβασαν την χιτλερική σημαία η οποία αξίζει «την προσήκουσαν τιμήν και
τον ειλικρινή σεβασμόν»)…
Μέσα στη ναζιστική
σκλαβιά ορθώθηκε το ανάστημα του αδούλωτου λαού για την αποτίναξη του
φασιστικού ζυγού, για την εθνική απελευθέρωση και την αναδημιουργία της
Ελλάδας.
Ο λαός ακολούθησε το
δικό του μεγαλειώδη δρόμο, τον αγώνα της εθνικής και κοινωνικής
απελευθέρωσης, όπως τον είχε περιγράψει ήδη από την έναρξη του
ιμπεριαλιστικού πολέμου – μέσα από τα μπουντρούμια της Ασφάλειας – ο Νίκος Ζαχαριάδης στο ιστορικό του πρώτο γράμμα της 31 Οκτώβρη 1940 («Το
ΚΚΕ- Επίσημα Κείμενα», εκδόσεις Σ.Ε., τόμος 5ος, σελ. 9- 10 και Νίκος
Ζαχαριάδης: «Ιστορικά Διλήμματα- Ιστορικές Απαντήσεις- Άπαντα τα
δημοσιευμένα 1940- 1945», εκδόσεις Καστανιώτη, Πετρόπουλος –
Χατζηδημητράκος, Αθήνα 2011, σελ. 31):
«Προς το λαό της Ελλάδας
Ο
φασισμός του Μουσσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και
ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι
έλληνες παλαίβουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας
ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος
που θέλει να ζήσει πρέπει να παλεύει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις
θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο
εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσσολίνι. Δίπλα
στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ,
ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ
ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.
Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα (…)»
Και το γράμμα του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ κατέληγε:
«Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι,
μια καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε
ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση και από κάθε εκμετάλλευση, μ’ ένα
πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.
Όλοι
στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θάναι νίκη της Ελλάδας και
του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας».
Ο λαός μας,
αρνούμενος την καταχνιά της κατοχής που πλάκωσε τη χώρα τον Απρίλη του
’41, πιάνοντας το νήμα του ‘21, απειθαρχώντας στα κελεύσματα της
συνθηκολόγησης, χωρίς να διαπραγματευτεί τίποτα από την τιμή και την
Ιστορία του, τράβηξε το δρόμο του μεγαλείου και της θυσίας, όπως ακριβώς
περιγραφόταν σε εκείνο το πανό του ΕΑΜ:
«Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα»
Ναι, αλλά μην ξεχνάμε
ότι υπήρχαν και εκείνοι οι προσκυνημένοι, τα ελληνόφωνα όργανα του
κατακτητή, τα φασιστικά Τάγματα Ασφαλείας και της θηριωδίας, προς τα
οποία επιδαψίλευαν δάφνες ο Χίτλερ και ο Χίμλερ:
Το κατέβασμα του
αγκυλωτού από την Ακρόπολη ήταν και είναι πράξη υψιστου συμβολισμού.
Ημέρα μνήμης και τιμής για τους πραγματικούς πατριώτες, τη συντριπτική
πλειοψηφία του ελληνικού λαού που έδωσαν τον αγώνα για το ψωμί, την τιμή
και τη λευτεριά. Και ο όρκος τους ήταν αυτός:
«Εγώ, παιδί του Ελληνικού Λαού, ορκίζομαι ν’ αγωνιστώ πιστά στις τάξεις του ΕΛΑΣ για το διώξιμο του εχθρού από τον τόπο μας, για τις ελευθερίες του Λαού μας, κι
ακόμα, να είμαι πιστός και άγρυπνος φρουρός προστασίας στην περιουσία
και το βιός του αγρότη. Δέχομαι προκαταβολικά και την ποινή του θανάτου
αν ατιμάσω την ιδιότητά μου ως πολεμιστής του Έθνους και του λαού και
υπόσχομαι να δοξάσω και να τιμήσω το όπλο που κρατώ και να μην το
παραδώσω εάν δεν ξεσκλαβωθεί η Πατρίδα μου και δεν γίνει ο Λαός
νοικοκύρης στον τόπο του» (Ο Όρκος της πρώτης αντάρτικης ομάδας του ΕΛΑΣ στη Ρούμελη που έγραψε ο Άρης Βελουχιώτης και δόθηκε το 1942 στη Γραμμένη Οξιά).