Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

Ελληνική υπόθεση: Ακύρωση πρόσβασης σε δικαστήριο νηπιαγωγού εξαιτίας συνεχών αναβολών. Η καταδίκη του Στρασβούργου και πως το ελληνικό δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν υπάρχει πλέον λόγος να αποφασίσει εξαιτίας των αναβολών που έδωσε το ίδιο !!!

(από την ιστοσελίδα ECHR)

Σχόλιο: όταν το δικαίωμα στην αναβολή καταργεί το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, ή, ορθότερα, όταν η στρεψοδικία τυφλώνει πραγματικά τη Δικαιοσύνη

δικηγόρος

ΑΠΟΦΑΣΗ

Φρεζάντου κατά Ελλάδας της 8.11.2018 (αρ. προσφ. 2683/12)
βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αίτηση ακύρωσης νηπιαγωγού ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Τερματισμός της δίκης χωρίς έκδοση απόφασης. Δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο.
Η προσφεύγουσα νηπιαγωγός είχε  υποβάλει αίτηση για τη θέση εκπαιδευτικής συντονίστριας  στο εξωτερικό. Δεν επιλέχτηκε και το 2008 προσέφυγε στο Διοικητικό Εφετείο με Αίτηση Ακύρωσης πράξης διορισμού του εκπαιδευτικού συντονιστή που είχε ισχύ δύο ετών. Το 2009 και το 2010, ο δικηγόρος της υπέβαλε δύο αιτήματα για την επιτάχυνση της διαδικασίας, υποστηρίζοντας ότι η διάρκεια της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης θα εξέπνεε σύντομα. Το Διοικητικό Εφετείο ανέβαλε πέντε φορές επειδή η διοίκηση δεν είχε καταθέσει τις απόψεις της.
Το εθνικό δικαστήριο τελικά εξέδωσε απόφαση το  2011 (δηλαδή τρία χρόνια μετά) και έκρινε ότι παρέλκει η έκδοση απόφασης, με την αιτιολογία ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν ήταν πλέον σε ισχύ και η προσφεύγουσα δεν είχε πλέον ιδιαίτερο έννομο συμφέρον.
Σύμφωνα με το Δικαστήριο του Στρασβούργου η προσφεύγουσα ανέμενε ότι το Διοικητικό Εφετείο θα αποφάσιζε, θετικά ή αρνητικά, για την Αίτηση Ακύρωσής της. Εντούτοις, με το να αναβάλει 5 φορές παρά την επικείμενη λήξη της προσβαλλομένης πράξης το Διοικητικό Εφετείο απέφυγε την υποχρέωσή του να δώσει απάντηση σχετικά με τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης, που αποτελεί τον πυρήνα της δικαιοδοτικής του λειτουργίας. Η καθυστέρηση στην εξέταση της υπόθεσης, είχε ως αποτέλεσμα: α) την περάτωση της δίκης, β) την αδυναμία της προσφεύγουσας να εξασφαλίσει μια απόφαση επί του αιτήματός της και γ) της στέρηση της αποτελεσματικότητας του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε. Επομένως, η προσφεύγουσα στερήθηκε του δικαιώματός της πρόσβασης σε δικαστήριο και δίκαιης δίκης. Παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

ΣΧΟΛΙΟ-ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Σημαντική η απόφαση για την προστασία του διαδίκου που προσφεύγει στα δικαστήρια. Η προσφεύγουσα νηπιαγωγός υπέβαλε Αίτηση Ακύρωσης διοικητικής πράξης διορισμού, διάρκειας δύο ετών. Το Διοικητικό Εφετείο έδινε συνεχώς αναβολές για να καταθέσει τις απόψεις του το ελληνικό δημόσιο. Αποτέλεσμα να εκδώσει απόφαση μετά τρία χρόνια και ήδη είχε παρέλθει ο χρόνος διάρκειας της προσβαλλομένης διοικητικής πράξης. Έτσι το Δικαστήριο δεν εξέδωσε απόφαση αφού δεν είχε νόημα πια για την νηπιαγωγό. Το Στρασβούργο δεν συγχώρεσε την δικαστηριακή πρακτική και καταδίκασε την Ελλάδα για παρεμπόδιση πρόσβασης σε δικαστήριο. Δεν μπορεί το εθνικό Δικαστήριο να δημιουργεί με την αναβλητικότητα και την ανεκτικότητα συνθήκες όπου ο διάδικος θα απωλέσει το θεμελιώδες δικαίωμά του πρόσβασης σε δικαστήριο που περιλαμβάνει και την έκδοση απόφασης επί του αιτήματός του. Ορθή η απόφαση του Στρασβούργου και διδακτική για την πρακτική των εθνικών δικαστηρίων.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6 παρ. 1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, Ελένη Φρεζάντου, είναι Ελληνίδα υπήκοος γεννημένη το 1962 και ζει στο Παλαιό Φάληρο. Από το 1983 είναι νηπιαγωγός.
Η υπόθεση αφορά την καταγγελία της σχετικά με διαδικασία διορισμού εκπαιδευτικών συντονιστών στο εξωτερικό, στην οποία έθεσε υποψηφιότητα.
Έχει εργαστεί ως νηπιαγωγός στο ελληνικό Υπουργείο Παιδείας από το 1983. Στις 23 Αυγούστου 2005, μετά την συμμετοχή της σε διαδικασία επιλογής, διορίστηκε εκπαιδευτική συντονίστρια της Ελληνικής Δημοκρατίας στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Σικάγο για περίοδο δύο ετών. Στις 14 Αυγούστου 2007, οι Υπουργοί Παιδείας και Εξωτερικών εξέδωσαν απόφαση με την οποία ενημέρωσαν όλους τους εκπαιδευτικούς συντονιστές στο εξωτερικό για το τέλος της θητείας τους. Την ίδια μέρα, ο Υπουργός Παιδείας εξέδωσε απόφαση με την οποία ενημέρωνε τους εκπαιδευτικούς συντονιστές ότι θα παραμείνουν στις θέσεις τους μέχρι την ολοκλήρωση της επόμενης διαδικασίας επιλογής. Το όνομα της προσφεύγουσας παραλήφθηκε από τη δεύτερη υπουργική απόφαση και η θέση εκπαιδευτικού συντονιστή στο Σικάγο παρέμεινε κενή. Η προσφεύγουσα προσέφυγε με Αίτηση Ακύρωσης και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ακύρωσε την απόφαση αφού η προσφεύγουσα παραλήφθηκε χωρίς συγκεκριμένη αιτιολογία (απόφαση αριθ. 1363/2008). Συνεπώς, επετράπη στην προσφεύγουσα να καταλάβει τη θέση της μέχρι την επιτυχή ολοκλήρωση της επόμενης διαδικασίας επιλογής.
Εν τω μεταξύ, στις 27 Νοεμβρίου 2007 δημοσιεύθηκε πρόσκληση υποβολής αιτήσεων για εκπαιδευτικούς συντονιστές για την επόμενη διετία. Η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση. Στις 23 Ιουλίου 2008, η επιτροπή επιλογής συντονιστή δημοσίευσε μια κατάταξη των υποψηφίων κατά την οποία η προσφεύγουσα, έχοντας λάβει 48,00 μόρια, τοποθετήθηκε 13η  μεταξύ αυτών που είχαν επιλέξει τα γαλλικά ως ξένη γλώσσα. Στις 22 Αυγούστου 2008 η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσίευσε απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Παιδείας να διορίσει τους υποψήφιους που είχαν επιλεγεί. Η προσφεύγουσα δεν συμπεριλήφθηκε. Η απόφαση αυτή ανακλήθηκε και αντικαταστάθηκε με υπουργική απόφαση της 29ης Αυγούστου 2008, η οποία περιελάμβανε το ίδιο περιεχόμενο.
Στις 24 Σεπτεμβρίου 2008 η προσφεύγουσα υπέβαλε Αίτηση Ακύρωσης των Υπουργικών Αποφάσεων της 22ας και 29ης Αυγούστου 2008 σχετικά με το διορισμό των επιλεγμένων εκπαιδευτικών συντονιστών στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Η προσφεύγουσα διαμαρτυρήθηκε ότι η κατάταξη δεν είχε δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα, όπως απαιτείται από το νόμο καθώς και για άλλες πλημμέλειες.
Στις 16 Ιουλίου 2009, ο νόμιμος εκπρόσωπος της προσφεύγουσας ζήτησε από το δικαστήριο να επιταχύνει τη διαδικασία υποστηρίζοντας ότι η διάρκεια διορισμού ενός εκπαιδευτικού συντονιστή διήρκεσε δύο έτη και ότι η επίδικη διοικητική πράξη θα εκπνεύσει σύντομα. Η ακρόαση είχε προγραμματιστεί να διεξαχθεί στις 13 Νοεμβρίου 2009, αλλά αναβλήθηκε για τις  5 Μαρτίου 2010.
Στις 3 Φεβρουαρίου 2010, η προσφεύγουσα υπέβαλε Πρόσθετους Λόγους Ακυρώσεως. Η συζήτηση της 5ης Μαρτίου 2010 αναβλήθηκε για τις 4 Ιουνίου 2010, δεδομένου ότι το Υπουργείο δεν είχε καταθέσει στο δικαστήριο τις απόψεις του σχετικά με τους πρόσθετους λόγους ακύρωσης. Στις 27 Μαΐου 2010 η προσφεύγουσα κατέθεσε Υπόμνημα στο Δικαστήριο ζητώντας την συζήτηση της υπόθεσης και προσθέτοντας ότι η ενδεχόμενη αναβολή της δίκης θα παραβίαζε τα δικαιώματά της βάσει του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Παρ’ όλα αυτά όμως, η συζήτηση πάλι αναβλήθηκε εξαιτίας της παράλειψης του υπουργείου να καταθέσει απόψεις. Η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε  στις 4 Ιουνίου, στις 17 Σεπτεμβρίου και στις 8 Οκτωβρίου 2010. Στις 26 Οκτωβρίου 2010, το υπουργείο απέστειλε τις απόψεις του στο δικαστήριο και στις 10 Δεκεμβρίου 2010 η υπόθεση αυτή συζητήθηκε.
Στις 13 Δεκεμβρίου 2010, η προσφεύγουσα κατέθεσε Υπόμνημα με το οποίο ζητούσε να συνεχιστεί η εξέταση της προσφυγής της ακύρωσης παρά τη λήξη της διοικητικής πράξης, υποστηρίζοντας ότι είχε ιδιαίτερο έννομο συμφέρον για να συνεχίσει να κινεί τη διαδικασία ακύρωσης. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι, αν ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, θα της αναγνωριζόταν δύο επιπλέον έτη εμπειρίας, πράγμα που θα βελτίωνε τις πιθανότητες να επιλεγεί ως αναπληρώτρια συντονιστής της εκπαίδευσης σε μια μελλοντική διαδικασία επιλογής.
Στις 16 Μαρτίου 2011 το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών δημοσίευσε την απόφαση αριθ. 508/2011, απορρίπτοντας τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο της συνέχισης της διαδικασίας, έκρινε ότι είχε ήδη λάβει τον μέγιστο αριθμό μορίων για εργασία στο εξωτερικό. Όσον αφορά τις πιθανότητες να επιλεγεί ως αναπληρώτρια συντονίστρια της εκπαίδευσης σε μια μελλοντική διαδικασία επιλογής, το εγχώριο δικαστήριο έκρινε ότι αυτό δεν ήταν νόμιμος λόγος για να συνεχιστεί η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου, διότι αφορούσε μια αβέβαιη μελλοντική διοικητική διαδικασία. Βάσει των ανωτέρω και του εσωτερικού δικαίου, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι παρέλκει η έκδοση απόφασης, με την αιτιολογία ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν ήταν πλέον σε ισχύ. Όσον αφορά τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ότι η ενδεχόμενη απόρριψη της αίτησής της παραβιάζει το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 32 § 2 του Π.Δ. 18/1989 εξυπηρετούσε το νόμιμο στόχο της αποφυγής εκδόσεως περιττών αποφάσεων. Η ιδιώτης που είχε υποβάλει την αίτηση δεν χρειαζόταν πλέον δικαστική προστασία, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είχε πλέον δυσμενείς συνέπειες. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη δυνατότητα του νόμου να συνεχίσει τη δίκη αν η ιδιώτης μπορούσε να αποδείξει ότι εξακολουθούσε να υφίσταται δυσμενείς συνέπειες που θα μπορούσαν να αποφευχθούν μόνο με την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξης, το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας παρέμεινε άθικτο. Το εγχώριο δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 32 § 2 του Π.Δ. 18/1989 εξυπηρετούσε το νόμιμο στόχο της αποφυγής περιττών αποφάσεων.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Κατά το ΕΔΔΑ οι σημαντικές και επαναλαμβανόμενες καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης αποτελούν ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο που θα μπορούσε να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος. Έτσι, κατ’ αρχήν, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η διατήρηση εκκρεμούσας διαδικασίας για υπερβολικό χρονικό διάστημα μπορεί να επηρεάσει ακόμη και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Ειδικότερα, η αδικαιολόγητη έκδοση απόφασης από το δικαστήριο για μια ιδιαίτερα παρατεταμένη περίοδο μπορεί αναπόφευκτα να συνιστά αρνησιδικία.
Το ένδικο βοήθημα που ασκεί ο ενδιαφερόμενος μπορεί να στερηθεί την αποτελεσματικότητά του, όταν το οικείο δικαστήριο δεν επιλύσει εγκαίρως τη διαφορά, όπως απαιτείται από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Στην προκειμένη υπόθεση φαίνεται ότι ο μοναδικός λόγος αυτών των αναβολών ήταν η καθυστέρηση της διοίκησης να διατυπώσει και καταθέσει τις απόψεις της επί των πρόσθετων λόγων ακυρώσεως που κατέθεσε η προσφεύγουσα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι η προσφεύγουσα συνέβαλε σημαντικά στις καθυστερήσεις επειδή υπέβαλε πρόσθετους λόγους ακυρώσεως. Ωστόσο, υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, οι διάδικοι δεν μπορούν να κατηγορηθούν ότι κάνουν πλήρη χρήση των μέσων έννομης προστασίας που διαθέτουν βάσει της εθνικής νομοθεσίας. 
Αντίθετα, εναπόκειται στα συμβαλλόμενα κράτη να οργανώσουν τα δικαστικά τους συστήματα κατά τρόπον ώστε τα δικαστήρια τους να είναι σε θέση να εγγυώνται το δικαίωμα όλων για λήψη τελικής απόφασης επί διαφορών σχετικά με πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.
​​Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι ακόμη και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Αίτηση Ακύρωσης της προσφεύγουσας δεν εξετάστηκε επί της ουσίας, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 32 § 2 του Π.Δ. 18/1989, η δίκη είχε τερματιστεί επειδή το εγχώριο δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε κανένα ιδιαίτερο έννομο συμφέρον να διεκπεραιώσει την αίτησή της μετά την εκπνοή της ημερομηνίας λήξης της αμφισβητούμενης πράξης. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα επιχειρήματα των δύο μερών σχετικά με την προαναφερθείσα νομική διάταξη. Ωστόσο, επαναλαμβάνει ότι το καθήκον του δεν είναι συνήθως η αναθεώρηση του σχετικού νόμου και πρακτικής σε αφηρημένη βάση, αλλά ο καθορισμός του κατά πόσον ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκαν οδήγησαν σε παραβίαση της Σύμβασης.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, όταν η εσωτερική έννομη τάξη παρέχει ένδικο βοήθημα σε πολίτη, όπως είναι η Αίτηση Ακυρώσεως, το κράτος έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει ότι το πρόσωπο που το χρησιμοποιεί έχει τις θεμελιώδεις εγγυήσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα είχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι τα δικαστήρια θα αποφάσιζαν, θετικά ή αρνητικά, για την Αίτηση Ακύρωσής της. Εντούτοις, αναβάλλοντας την υπόθεση πολλές φορές, παρά την επικείμενη λήξη της και στη συνέχεια εφαρμόζοντας το άρθρο 32 § 2 του Π.Δ. 18/1989, το Διοικητικό Εφετείο απέφυγε την υποχρέωσή του να δώσει απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα σχετικά με τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης, η οποία αποτελεί τον πυρήνα της δικαιοδοτικής λειτουργίας.
Οι ανωτέρω σκέψεις αρκούν για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η καθυστέρηση στην εξέταση της υπόθεσης από τις εθνικές αρχές, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την περάτωση της δίκης σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική διάταξη και, κατά συνέπεια, την αδυναμία της προσφεύγουσας να εξασφαλίσει μια απόφαση επί του αιτήματός της περί ακυρώσεως, στερούσε το σύνολο της αποτελεσματικότητας του ενδίκου μέσου που άσκησε ο ενάγων, δεδομένου ότι το εν λόγω δικαστήριο δεν εγκατέλειψε εγκαίρως τη διαφορά, όπως απαιτείται από τις περιστάσεις και το επίμαχο ζήτημα στην υπόθεση. Επομένως, η προσφεύγουσα στερήθηκε του δικαιώματός της πρόσβασης σε δικαστήριο.
Για να καταλήξει στο προηγούμενο συμπέρασμα, το ΕΔΔΑ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα χρησιμοποίησε όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή της για να επιταχύνει τη διαδικασία και, εν πάση περιπτώσει, δεν θα πρέπει να φέρει τελικά τις συνέπειες της αδράνειας των εθνικών αρχών. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι μετά την υποβολή της παρούσας προσφυγής, η εσωτερική νομοθεσία άλλαξε έτσι ώστε να επιτραπεί στα εθνικά δικαστήρια να επιταχύνουν τη διαδικασία αποφεύγοντας να περιμένουν τις απόψεις της διοίκησης όταν αυτές δεν υποβλήθηκαν εγκαίρως. Ωστόσο, δεν υπήρχε τέτοια νομική διάταξη κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
 Κατόπιν αυτών το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
Δίκαιη ικανοποίηση: 4 000 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.480 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου